Πού πάνε οι άνθρωποι όταν γεράσουν; [Αλίκη Κατσαρού]]

Αποστρέφω το βλέμμα από τις φωτιές και τις κραυγές των ημερών και μένω στο εδώ, το τώρα και… το μετά. Το τώρα των σημερινών ηλικιωμένων και το μετά των σημερινών ενηλίκων. Δηλαδή το δικό μας.

Χθες είδα την Α.

Η 82χρονη μαμά της πήρε εξιτήριο από το νοσοκομείο και είναι κλινήρης στο σπίτι με τον δυσκίνητο, ηλικιωμένο μπαμπά της και μια βοηθό που για έξι ώρες καθημερινής υπηρεσίας αμείβεται ευλόγως €1000.

Σήμερα είδα την Λ.

Τίναζε στο μπαλκόνι τα ρούχα και τακτοποιούσε το σπίτι της κατάκοιτης μητέρας της.

Κοντεύει χρόνος που έφυγε ο δικός μου μπαμπάς μου.

Και παρότι στάθηκε όρθιος ως το τέλος, ενώ την καθημερινή φροντίδα του είχαν άλλοι άνθρωποι, χρειάστηκε κι εγώ να λείψω από τη δουλειά μου πολλές ώρες για να διασφαλίσω ότι όλα γίνονται σωστά.

Αλλά εκτός από τις μαμάδες των φίλων μου, τον μπαμπά μου και άλλους, αλήθεια, οι άνθρωποι πού πάνε όταν γεράσουν; Εμείς πού θα πάμε όταν γεράσουμε;

-Αφού έχεις τα παιδιά σου, μου είπε μια φίλη.

Μόνο που τα παιδιά μου έχουν τις δικές τους ζωές να ζήσουν.

Όπου και όπως θέλουν.

Και δε θέλω να με κάνουν ντους τα παιδιά μου ούτε να μου αλλάζουν νυχτικιά στα γεράματα. Θέλω να έρχονται να με επισκέπτονται και να είμαι μοσχοβολιστή, με ωραίο χτένισμα και μεγάλο χαμόγελο. Ίσως και με κραγιόν και βερνίκι νυχιών σε χρώμα κόκκινο Βουργουνδίας.



                            Φωτογραφία Echo Art, Pinterest


Τα γεράματα είναι το Νο1 ζήτημα της εποχής στην Ελλάδα.

Στην Ελλάδα των πιο γέρων και των πιο φτωχών της δύσης.

Δεν είναι ζήτημα ηθικής και ανθρωπιάς μόνο. Είναι ζήτημα Πολιτισμού. Καθένας και καθεμιά αξίζει να γερνά όχι αντάξια του πώς έζησε, αλλά καλύτερα. Και το πώς γερνά να μην εξαρτάται από το αν έχει παιδιά, λεφτά, και μυαλά στη θέση τους.

Να εξαρτάται από δομές, μηχανισμούς και επαγγελματίες που το κράτος έχει επιστρατεύσει με ασφάλεια και γενναιοδωρία για όλους. Όλους όμως.

Σήμερα στην Ελλάδα πολλοί ηλικιωμένοι κρυώνουν, συγκρίνουν τις τιμές των ειδών πρώτης ανάγκης στην αγορά και η πετσοκομμένη σύνταξη των Μνημονίων δεν τους φτάνει για πάνω από δέκα ημέρες τον μήνα.

Πολλοί φοβούνται μην πέσουν, μην αρρωστήσουν, μην ξεμείνουν μόνοι, και μην πεθάνουν έρημοι.

Κι ενώ μιλάμε για σχολεία, μουσεία, ωδεία και πανεπιστήμια, καμιά συζήτηση δε γίνεται για γηροκομεία. Η λέξη γηροκομείο στο λεξικό ερμηνεύεται ως ίδρυμα για τη φροντίδα άπορων ηλικιωμένων. Μα δεν πρέπει να είναι ούτε άποροι, ούτε εύποροι, ούτε να έχουν καμιά απολύτως ιδιότητα οι άνθρωποι για να απολαμβάνουν καλά γεράματα κάπου που θα λέγεται Γηροκομείο,  Οίκος Ευγηρίας, Σπίτι Αγάπης, Στέγη Φροντίδας και δεν ξέρω πώς αλλιώς…

Πρέπει απλά να είναι γέροι. Και σίγουροι ότι όπως και αν πορεύτηκαν στη ζωή,  τα χιλιόμετρα πριν το τέρμα δε θα είναι ανηφορικά ή κατηφορικά. Θα είναι μια εύκολη ευθεία με καλό φαγητό, καλή θερμοκρασία, άνεση, όμορφους χώρους, στοργή, χαμόγελα και υψηλή φροντίδα υγείας.

Μια τέτοια συνθήκη -δε χρειάζεται τίποτα επιπλέον- συνιστά πολιτισμό, σημαίνει πολιτισμένο κράτος. Περισσότερο από μουσεία, πανεπιστήμια και ωδεία. Περισσότερο από επενδύσεις, τεχνολογία και ανακαλύψεις. Περισσότερο από κάθε τι.