Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Αναρτήσεις

Προβολή αναρτήσεων από Μάρτιος, 2015

Το φως σου [Σπύρος Γκόγκος]

Mε τυλίγει το φως σου σαν πέπλο η απώλεια του φωτός όταν φεύγεις και χάνεται η λάμψη σου σαν να κλείνει ο διακόπτης ένα κλειστό κύκλωμα είμαστε εγώ κι εσύ για λίγο δε βλέπω τίποτε σαν να σταματά ο χρόνος   κι ύστερα αρχίζει βήμα βήμα να διακρίνεται ο κόσμος γύρω μου μα δίχως τη λάμψη σου θαρρείς τα πάντα κείνται στο ημίφως αν όχι στο απόλυτο σκοτάδι

Π ή Φ [Αλίκη Κατσαρού]

Ας μιλήσουμε για τέχνη, για την υψηλότερη τέχνη, κι ας με συγχωρήσουν οι απανταχού ζωγράφοι, λογοτέχνες, ηθοποιοί και μουσικοί, κινηματογραφιστές και φωτογράφοι, μα μιλώ για τη γλυπτική και τους γλύπτες. Για τους μικρούς θεούς της τέχνης. Παίρνουν τον όγκο και τον μετουσιώνουν με τη σμίλη τους σε μορφή. Αφαιρώντας, δημιουργούν την ουσία και την παραδίδουν στο διηνεκές. Η μνημειακή γλυπτική δε βασανίζει μονάχα τη μορφή και τη σχεδόν πνοή που δίνουν οι γλύπτες στα έργα τους, πραγματεύεται το χρόνο. Την αθανασία. Οι γλύπτες, μοναχικοί δημιουργοί, ακροπατούν για μεγάλους χρόνους στον κίνδυνο του λάθους που μπορεί να φέρει την καταστροφή και αγωνιώντας, φτάνουν να φέρουν στο φως την τελειότητα. Καμιά φορά νομίζω πως πριν αποκαλύψουν το έργο τους, του φυσούν πνοή. Το παραδίδουν στο χρόνο και στο χώρο, σχεδόν ζωντανό. Χωρίς να παραγνωρίζω την αξία της  σύγχρονης και της μοντέρνας  γλυπτικής, με τα σημαντικά της δημιουργήματα, τις εκφράσεις αγωνίας και τον πολιτικό και κοινωνικό της προβλη

Το προτιμώ ωμό [Αλίκη Κατσαρού]

Μη μιλάς στα Αλβανάκια, θα σε αλλάξω σχολείο. Γυναίκα, μην μου τον παραχαϊδεύεις και μας βγει λούγκρα. Αυτοί, που δεν έχουν δεύτερο βρακί να βάλουν στον κώλο τους; Αυτός, που μεγάλωσε στο ορφανοτροφείο; Είναι στούμπος. Αυτή, που πήγε στην Ολλανδία για να παντρευτεί γυναίκα; Έπαιρνε ναρκωτικά, τελειωμένος. Έκλεψε, σίγουρα σου λέω. Έχει παιδί μογγολάκι, πώς  να την καλέσω στο πάρτι του παιδιού; Αυτή, που έναν πιάνει, έναν αφήνει; Είναι νόθος. Είναι χοντρός, μοσχάρι σου λέω. Ποια τη μαύρη σαν γύφτισσα; Το κρέας το προτιμώ ωμό. Όσο περισσότερο τρέχει το αίμα, τόσο περισσότερο  ικανοποιούμαι. Ακόμη κι όταν το τρώνε οι άλλοι, παίρνω τη μισή χαρά σωπαίνοντας και παρατηρώντας την αιμορραγία. Έχω πολλούς να μοιραστώ τη χαρά μου. Εγώ και οι φίλοι μου είμαστε οι πολλοί και  μιλάμε την ίδια γλώσσα. Ο άγραφος κώδικας με τον οποίο συνεννοούμαστε είναι ακατανόητος από τους άλλους. Η τροφή μας είναι οι λίγοι. Η μεγάλη μας χαρά είναι ο ένας ή η μία. Τότε, το αίμα είν

Δημήτρη; [Αλίκη Κατσαρού]

Με ένα σκύλο απ’ το λουρί, ένα παιδί με το ποδήλατο του, ένα άλλο παιδί στο μάθημα να περιμένει να το σχολάσω, τρεις λογαριασμούς (ΔΕΗ, τηλέφωνο και νερό) στην τσάντα για εξόφληση αύριο και επιπλέον μια λίστα για το super market , τον είδα. Ακουμπισμένος στο κιγκλίδωμα των ειδυλλιακών Μουράγιων, κοιτούσε τη θάλασσα και μιλούσε στο κινητό. Δεν τον κατάλαβα, μονάχα την ώρα που έφευγε, του φώναξα Δημήτρη! Ο συμφοιτητής μου. Χρόνια εδώ και χρόνια εκεί, επανέρχεται πάντα στην αγαπημένη του πόλη για δουλειά. Με ένα παιδί εκείνος και βαρύ χαρτοφυλάκιο νομικού, μοιάζει να τα καταφέρνει καλά. Μας έκανε παρέα να σχολάσουμε το άλλο μου παιδί και περπατήσαμε την πόλη σαν τότε. Τότε… Τι ήταν το τότε, είκοσι χρόνια πάνε από το μαγικό τότε… Μέσα στα καντούνια του Καμπιέλου, τον κράτησα από την πλάτη και χωρίς πρόλογο, του λέω Ξεγνοιασιά, αυτό μου λείπει Δημήτρη, τίποτα άλλο. Σ’ ένα πολύ γρήγορο πέρασμα, έτσι σαν σε μια παράγραφο με χρωματιστά γράμματα, είπαμε την περίληψη της τετραετ