Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Αναρτήσεις

Προβολή αναρτήσεων από Νοέμβριος, 2019

Το άλλο να μη μας βρει ποτέ. [Αλίκη Κατσαρού]

Κράτησες με την παλάμη σου το πρόσωπό μου. Με κοίταξες προσεκτικά,   χάιδεψες με τον αντίχειρά σου το μάγουλό μου, και μετά από ενός λεπτού, ή κάτι τέτοιο, σιγή, είπες σοβαρά: Μεγάλωσες κι εσύ . Τρόμαξα καθώς σκέφτηκα ότι εννοούσες πως ωρίμασα, πως έμαθα πια να χαμογελάω ψεύτικα, ξέρω τώρα να μοιράζω κομπλιμέντα σε αδιάφορους ανθρώπους, να μη θυμώνω με τους ψεύτες, με τους κλέφτες. Πως πιθανόν μιλούσες για την επιθυμία της ενήλικης ζωής για ευταξία και comme il faut ζωούλα, κι ας βράζουν τα σώψυχα της γης από θυμό για την αδικία που οι αιώνες φορτώνουν πάνω της. Πως θα πίστευες ότι έμαθα κι εγώ, καθώς συνηθίζεται, να μετράω τους ανθρώπους με τη μέθοδο του ισολογισμού –τι θα δώσω, τι θα πάρω, ποια η σούμα, κι έτσι θα έχω κάποια στιγμή ένα κάποιο κέρδος. Φαντάστηκα τέλος, το πιο πιθανό ήταν να εννοούσες πως έχω μάθει να συμβιβάζομαι βάσει της πλέον ωφέλιμης, κάθε φορά, επιλογής. Ότι συνετίστηκα, δε θυμώνω, δεν γίνομαι πια δυσάρεστη, αντιθέτως είμαι συνήθως οκ με όλα, γιατί

Ελευθερία, όχι Prozac [Αλίκη Κατσαρού]

Σήμερα,   μόλις ξύπνησα σε άκουσα να λες ‘να γράψω για το Πολυτεχνείο’. Μετά, έβαλα Λοΐζο. Και Θεοδωράκη. Και μετά έκανα σιγόντο στη Φαραντούρη παρά τη φάλτσα μου φωνή, ‘ το πάθος έχει σημασία’ , μονίμως δικαιολογούμαι, αλλά και δεν παραπονιέμαι όταν τα παιδιά κλείνουν την πόρτα μου για να μην ακούνε. Μετά, γλυκαθήκαμε από την Κυριακή. Βόλτες, μαγειρικές, ξάπλες και μια ανησυχία, καθόλου ενοχλητική, αλλά ανησυχία. Μετά, όπως χάζευα στο διαδίκτυο, πέρασε από μπροστά μου το παρακάτω απόφθεγμα, ελληνιστί… quote: Στάθηκα. Σκεφτόμουν μια το quote και μια το Πολυτεχνείο. Γυρνούσα για ώρα γύρω από δυο σκέψεις που φαινομενικά δεν έχουν καμία σχέση αλλά ουσιαστικά, έχουν μεγάλη. Γιατί, το quote αυτό όπως και πάμπολλα παρόμοια είναι τα επικοινωνιακά παπλώματα της σημερινής κοινωνικής και πολιτικής υπνηλίας που διακρίνει τους καιρούς μας. Που τα διαβάζουμε και χωνόμαστε μέσα τους ανακουφισμένοι, νιώθουμε καλά και καλοί και αποκοιμιόμαστε στην επίπλαστη χαρά της φιμωμένης

Ζήτημα ανατομίας [Αλίκη Κατσαρού]

Φτάνοντας στο αεροδρόμιο, είδαμε ότι έχουμε αρκετό χρόνο και καθίσαμε στο καφέ. Τη ρώτησα “ πώς σου φάνηκε η πόλη, τώρα πια έχεις άποψη ”. “ Σαν την κωλοτρυπίδα του κόσμου ” μου απάντησε. Το όνομα της Ζενύ, έβγαινε από το Εζενύ, στα ελληνικά Ευγενία, και ενώ γενικά ήταν όνομα και πράμα, μόλις είχε πει κωλοτρυπίδα για την πόλη που γεννήθηκε και δεν έζησε. Ευτυχώς το είχε πει στα γαλλικά. Αναθεμάτισα το Sorbonne 1, 2 και 3 που είχε κάποτε κορνιζάρει η μαμά μου στον ροζ τοίχο του δωματίου μου γιατί πραγματικά δεν ήθελα να είχα καταλάβει. Είχα όμως τόσο πολύ καταλάβει που άρχισα να κλαίω το ίδιο πολύ. Η Ζενύ δεν παραξενεύτηκε που εγώ έκλαιγα, αλλά με κοιτούσε με συμπόνοια. “ Εγώ σου είχα πει, αλλά τώρα τι νόημα έχει; ” είπε σιγανά. Μετά από ένα χρόνο συνεχούς διαμονής και εργασίας στην πόλη, γύριζε στη βάση της και έπαιρνε μαζί της την εικόνα που ούτε τα νηπιακά χρόνια, ούτε τα 48 καλοκαίρια που είχε περάσει εδώ, είχαν καταφέρει να της σχηματίσουν για την πατρίδα της. Πα