Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Αναρτήσεις

Προβολή αναρτήσεων από Ιανουάριος, 2020

Το φερμουάρ [Αλίκη Κατσαρού]

Το φερμουάρ, πολύ πιθανόν να ονομάστηκε έτσι από το γαλλικό ρήμα fermer που θα πει κλείνω . Όταν ήμουν παιδί το φοβόμουν, καθόλου δεν αγαπούσα το φερμουάρ γιατί πολλές φορές ανάμεσα στα τετράγωνα δοντάκια του εγκλώβισε λίγα χιλιοστά επιδερμίδας του λαιμού μου κι άλλες τόσες της κοιλιάς μου, αρκετά πάντως για να το μισήσω. Τώρα που είμαι ώριμη, βεβαίως αναγνωρίζω ότι το φερμουάρ είναι μια εφεύρεση σημαντική, μια εφεύρεση λίγων εκατοστών, αρκετών ωστόσο για να παίξουν έναν σπουδαίο ρόλο στην καθημερινότητα. Γιατί το φερμουάρ κρατά τα χειμωνιάτικα πανωφόρια   ερμητικά κλειστά στο κρύο. Σφίγγει το στενό   τζιν στα καλλίγραμμα σώματα. Ασφαλίζει το περιεχόμενο της βαλίτσας. Κρατά άθικτο το καλό κουστούμι στην κρεμαστή του θήκη. Το φερμουάρ, έχοντας αποδείξει τις αναντικατάστατες ικανότητές του από το 1914 που το εφηύρε ο Σουηδός μηχανικός Gideon Sundback , σαν λέξη χρησιμοποιείται μεταφορικά και για άλλους σκοπούς όπως «θα βάλω φερμουάρ στο στόμα για να αδυνατίσω» ή «βάλε

Όλες του κόσμου οι Κυριακές [Αλίκη Κατσαρού]

Και οι θρησκείες ακόμα, όλες τους, φρόντισαν να έχουν μια Κυριακή – κι ας ονομάζεται Σάββατο, η σημασία του είναι Κυριακή. Είναι τα πρωινά της που από τα σεντόνια αχνίζουν όνειρα, σώματα και κάτι φόβοι μυστικοί που δεν τολμούν να γίνουν φράσεις. Είναι το άρωμα του Σαββατόβραδου στο μαξιλάρι. Είναι η μυρωδιά του καφέ σαν προκλητικό σώμα χορεύτριας στον αέρα, που φωνάζει ‘σήκω’. Είναι οι τεμπέλικες ειδήσεις και εκπομπές -μονάχα για κάτι πολύ σοβαρό ανεβαίνει το volume του παρουσιαστή. Είναι οι εθνικές εκλογές και οι κυριακάτικες εφημερίδες. Είναι οι βόλτες στη λιακάδα και οι σπιτικές μαζώξεις στη βροχή. Είναι η τελευταία σελίδα του βιβλίου και το φρέσκο μιλφέιγ από το συνοικιακό ζαχαροπλαστείο. Κι ακόμη… είναι που τονίζουν με μια αγενή οξεία όσα ξεχνιούνται τις υπόλοιπες   μέρες, τις ντυμένες με τους βιαστικούς μανδύες της καθημερινότητας. Είναι που κάνουν τους μόνους, πιο μόνους και τους ερωτευμένους, πιο ερωτευμένους. Τις νοικοκυρές, πιο νοικοκυρές και τους

Οι λέξεις να μη χαθούν [Αλίκη Κατσαρού]

Κοιτώ τη φωτογραφία μου με το κόκκινο φόρεμα της φωτιάς, Σαββατόβραδο στους Παξούς. Σαν χθες μοιάζει, έτσι που εμφανίζεται καθημερινά μπροστά μου. 7 χρόνια σαν χθες, μια φωτογραφία στο προφίλ μου στο facebook, ανήξερη για τις ρωγμές του δέρματος και της ψυχής, τάχα μου. Κι όμως αν ήταν στην κορνίζα του γραφείου, κάτι θα ήξερε για τις ρωγμές. Λες και η τεχνολογία επιταχύνει το χρόνο. Λες και δεν του δίνει την αξία του, το χώρο του στη ζωή μας. Σκέφτομαι ότι το διαδίκτυο και ο χρόνος έχουν μια σχέση, πολλές φορές ανεύθυνη, επιπόλαια και αντιπαραγωγική. Ας πούμε, οι ώρες που ξοδεύει ο μέσος άνθρωπος στα Μέσα Κοινωνικής Δικτύωσης αθροισμένες μέσα στο μήνα, πιθανόν αντιστοιχούν με την ανάγνωση δύο βιβλίων, 300 σελίδων έκαστο. Όπως και οι ώρες διαφωνιών στα Μέσα Κοινωνικής Δικτύωσης,   δηλαδή άδικα ξοδεμένης ενέργειας, πιθανόν αντιστοιχούν με υπέροχες ώρες συζήτησης, αγκαλιάς, ακόμη και διαφωνιών με δικούς μας αγαπημένους ανθρώπους. Μοιάζει πως το διαδίκτυο παίρνει μια άυλη θέση σ

Σαν Kodak φιλμ [Αλίκη Κατσαρού]

Πίστευα πως οι δεκαετίες ξεκινούν με το 01, το 11, το 21 και τελειώνουν με το ολόκληρο ’00, ’10, ’20. Επομένως , εάν δεν κάνω λάθος, μας απομένουν 11 μήνες και αρκετές ημέρες για να τελειώσει πραγματικά η δεκαετία. Κοιτώντας πίσω, λέω πως καμιά φορά ένας χρόνος μετράει για δέκα και δέκα χρόνια για εκατό. Όχι υπό την έννοια ενός βάρους που δε λέει να τελειώσει αλλά με τη σκέψη του πόσο μα πόσο πολύτιμος μπορεί να είναι ο χρόνος ακόμα και ο λίγος,  όταν είναι μασίφ, γεμάτος αλλαγές, ανατροπές, συναντήσεις. Κυρίως όταν είναι γεμάτος με αίμα ζεστό που κυλάει σε «κείνη τη φλέβα που χτυπούσε όλη νύχτα στο λαιμό». Στο χάραμά της η δεκαετία, στη δική μου ζωή, έδειξε το σκληρό της πρόσωπο… Μπούρδες, και τρίχες κατσαρές μαζί. Μια χαρά το ήξερα το πρόσωπο και το προσωπείο και τις μάσκες απλώς δεν μπορούσα να τα αντέξω και έπαιζα τυφλόμυγα με μένα την ίδια. Χρειαζόταν ένα σοκ για να πέσει το μαντίλι –που προφανώς είχε ήδη χαλαρώσει ο κόμπος του- από τα μάτια μου, για να δω όσα ήδη ήξερα