Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Αναρτήσεις

Προβολή αναρτήσεων από 2017

2017: Τι κρατώ και τι πετώ!

Πρώτα θα γράψω τα άσχημα, για να τελειώνουμε μ’ αυτά, να τα πετάξω μακριά αν και ξέρω πως πολλά δε θα φύγουν, θα κυκλώνουν απειλητικά την εντατική μου προσπάθεια να χαίρομαι. Πετάω λοιπόν την αρρώστια. Κάθε αρρώστια, από τον αθώο χρόνιο πόνο που ρημάζει την καθημερινότητα όσων τον ζουν ως τον καρκίνο που μετά από τόσα Νόμπελ Ιατρικής συνεχίζει να μας λοξοκοιτάει αδίστακτα ή περίπου. Πετάω την ντροπή της φτώχειας, του προσφυγικού και της απανταχού κοινωνικής αδικίας. Μαζί πετάω και τους νεοφιλελεύθερους φωστήρες που μόνη ιδεολογία έχουν την άνεση (τους βασικά). Πετάω την αδιαφορία της πολιτείας για τους ανήμπορους. Ούτε ηλικιωμένος, ούτε ΑΜΕΑ ζει καλά στην Ελλάδα, αν δεν έχει μπράτσο να στηριχτεί κι αυτό δε λέγεται σύγχρονη χώρα, οι αδύναμοι να σέρνονται. Πετάω την ντροπή που λέγεται Ντόναλντ Τράμπ μαζί με όλη την πορτοκαλο-ρόζ κουλτούρα που αγκαλιάζει  τον πλανήτη με τα απλωμένα πλοκάμια της. Πετάω τους σάτυρους, που επιτέλους οι γυναίκες (και θεάρες μαζί) ξεμπρόστιασαν και

Εν ειρήνη

  Δεν ήταν ότι δεν είχε ονοματεπώνυμο, ήταν ότι δεν το χρησιμοποιούσε. Δεν του το ζήταγε κανείς αφού ο ίδιος είχε φροντίσει να συμβαίνει έτσι. Για όσα έγγραφα και διαδικασίες αφορούσαν το δημόσιο είχε εμπιστευτεί χρόνια τώρα έναν παλιό γνώριμο, λογιστή που τακτοποιούσε τα πάντα. Εκείνος, η τελευταία φορά που χρησιμοποίησε το ονοματεπώνυμό του ήταν πριν πολλά χρόνια, που υποχρεώθηκε να κάνει αφαίρεση χολής εξαιτίας μιας ενοχλητικής πέτρας που είχε επίμονα φράξει τον πόρο. Μετά την εγχείρηση, όταν ο χειρουργός του επέδειξε την αιτία του κακού, αδυνατούσε να καταλάβει πώς ένα τόσο μικρό, ένα τέτοιο ελάχιστο και άχρηστο ‘κάτι’ ήταν ικανό να του έχει προκαλέσει τόσο αφόρητους και αδάμαστους πόνους ώστε  να τον αναγκάσει να προβεί στη ριζική λύση του χειρουργείου. -Συγγενείς; Συνοδός; -Όχι, απάντησε απλά στη νοσοκόμα που τον ρώτησε. Αφού άκουσε τις οδηγίες της, γνωστές και αυτονόητες, έστρεψε το βλέμμα έξω απ’ το παράθυρο του γέρικου νοσοκομείου, στα πεύκα του απέναντι λόφου,  και

Made in U.S.A. [Αλίκη Κατσαρού]

Αγαπώ τη γαλλική γλώσσα, το γαλλικό σινεμά και τα γαλλικά φιλιά. Τα γαλλικά αρώματα, τη γαλλική μόδα και τα γαλλικά τυριά. Τα γαλλικά κρασιά και τη γαλλική λογοτεχνία. Κυρίως αγαπώ το γαλλικό Διαφωτισμό και την Γαλλική Επανάσταση. Κάποτε είχα και ένα ρολόι, πολύ ωραίο, με τη χρονολογία 1789 στο καντράν και το φορούσα για χρόνια. Θα ήθελα να ζω στη Νότια Γαλλία και να πηγαίνω στο Παρίσι τα Χριστούγεννα και τον Ιούνιο. Με τέτοια εμμονή, ήταν αυτονόητο ότι η κόρη μου θα ξεκινούσε μαθήματα γαλλικών από πολύ -πολύ νωρίς. Έχοντας μάλιστα εγώ την τύχη να τα μιλάω παιδιόθεν, πίστεψα πως μεγαλώνοντας εκείνη  κι εγώ θα ανοίγαμε διαλόγους στα γαλλικά και θα απολαμβάναμε τη γλυκιά και κομψή γλώσσα μαζί, φτιάχνοντας κρέπες και ξεφυλλίζοντας το Paris Match στο τραπέζι της κουζίνας. Δεν ονειρεύτηκα ούτε να αναλύουμε τον Σαρτρ στο ημίφως,  ούτε να κλαίμε τον Καμύ που χάθηκε νωρίς. Απλά πράγματα που μου έφτιαχναν πάντα τη μέρα φαντάστηκα. Αντ’ αυτών, συνέβησαν τα ακριβώς αντίθετα, σαν άλλ

Πολύτιμες σιωπές [Μαρία Αγάθου]

Έφυγες για τη δουλειά και εγώ σε χαιρέτησα χαρούμενη και ήρεμη. Ήθελα να σου πω ευχαριστώ που είσαι στη ζωή μου, ευχαριστώ που με ‘βλέπεις’ και με βοηθάς όταν ο κόσμος με ρίχνει, μα δεν ήταν της στιγμής. Δεν είσαι δα και έτοιμος για λόγια. Τα λόγια δεν τα ξέρεις,   τα φοβάσαι. Αγαπάς τη σιωπή.   Χρόνια σε θρέφει στην γλυκιά της ασφάλεια.   Έμαθα με τους καιρούς που μαζί περάσαμε,   ότι τα δικά σου λόγια είναι, το φούτερ σου που θα μου δώσεις όταν με βλέπεις να κρυώνω και ας μην έχω πει τίποτα. Τα λόγια σου είναι, όταν χαλάει κάτι,   που λες ‘θα περάσω να το φτιάξω’;   Και έρχεσαι. Τα λόγια σου είναι το διερευνητικό βλέμμα, που ψάχνει στο πρόσωπο μου, να δει την κούραση από τη δουλειά και ύστερα, προλαβαίνεις κάθε μικρό που πάω να κάνω και χωρίς λέξεις μου λες ‘ξεκουράσου…’ Τα λόγια σου είναι αθόρυβες, σχεδόν δυσδιάκριτες πράξεις.   Εγώ όμως αγαπώ τις λέξεις που εσύ φοβάσαι…  Έψαχνα ώρες ένα ποίημα που να μας χωρά να στο αφιερώσω μα δεν βρήκα τίποτα. Δεν θα στο διάβαζα βέβαια –είπαμ

Ώρες [Αλίκη Κατσαρού]

Όσο μιλούσες ξεκαθάριζα τα μικροπράγματα πάνω στο λευκό έπιπλο της κρεβατοκάμαρας. Ήσουν ακουμπισμένος στα μαξιλάρια του κρεβατιού, ούτε καθιστός, ούτε ξαπλωμένος. Τα χέρια μου κινούνταν πιο επιδέξια και πιο γρήγορα από τα χείλη μου, που σου απαντούσαν προσεκτικά και κυρίως μονολεκτικά. Είναι αλήθεια πως ό, τι έλεγα ήταν καλά μελετημένο ώστε να μη φρενάρει την σπάνια -για τις συνήθειές μας- ορμή σου να πεις τόσα πολλά και τόσο σημαντικά εκείνη την ώρα. Επίσης ήταν μελετημένο να σε προκαλεί κάθε φορά να επεκταθείς σε ό, τι έλεγες. Τα λόγια σου, οι συλλαβές, οι ήχοι σου σαν να κατηύθυναν τα χέρια μου να κάνουν κάτι που δεν είχε συμβεί για χρόνια. Ξεκαθάρισμα. Τα αντικείμενα ήταν πολλά. Δαχτυλίδια, βραχιόλια, πολύ περισσότερα σκουλαρίκια, μερικές καδένες και μενταγιόν. Άλλα ψεύτικα, άλλα αληθινά και μερικά εξαιρετικά πολύτιμα. Τα ψεύτικα, τα φω- μπιζού όπως λέγονται στο εμπόριο, όταν είχαν πρωτοφανεί σε πληθώρα στην αγορά ήταν ένα πράγματι εντυπωσιακό νέο. Θυμάμαι τη γιαγιά μου, που ή

"Επί της ουσίας, ...βαριέμαι" [Αλίκη Κατσαρού]

Θα είμαι απολύτως ειλικρινής. Η κατάσταση δεν είναι απλώς κουραστική, είναι άκρως βαρετή. Είναι γεγονός πως παιδί αγαπούσα πολύ αυτήν την πόλη. Αγαπούσα τους δρόμους, τις πλατείες, τα κτήρια   και χωρίς να ξέρω και πολλά αισθανόμουν πως δεν είναι μια συνηθισμένη πόλη. Θες που όταν πήγαινα στην Αθήνα, η ατμόσφαιρα χανόταν, θες που μεγάλωσα σε ένα σπίτι με ομιλίες, συνήθειες και έπιπλα μιας άλλης εποχής, θες που οι αστικοί μύθοι γύρω μου με γοήτευαν... Διάβασα, έμαθα και έγραψα, μικροπράγματα βεβαίως, συγκρίνοντάς τα με τα πολλά και βαθιά μελετήματα άλλων, ορμώμενη ωστόσο κάθε στιγμή από ένα μοναδικό κίνητρο, την αγάπη για τα σημαίνοντα και τα σημαινόμενα που σχημάτιζαν τριγύρω μου ένα ενδιαφέρον σκηνικό με  ανάλογο προφανώς υπόβαθρο. Ταξιδεύοντας βεβαίως, αντιλήφθηκα ότι αυτός ο τόπος είναι πολύ μικρός και ίσως όχι τόσο σημαντικός όσο η αυθαιρεσία της νεανικής μου υπερηφάνειας υπέθετε. Δόθηκαν ωστόσο στην πόλη, και όχι μόνο στην πόλη, χρυσές ευκαιρίες για την πραγμάτωσή της ως σ

"Εις το επανιδείν" [Αφροδίτη Κουσουνή]

Ήταν μια ιστορία βγαλμένη θαρρείς από μυθιστόρημα, ή ίσως και να ήταν μια ιστορία πραγματική, που θα μπορούσε να γίνει μυθιστόρημα. Γνωρίστηκαν εν μέσω της χειμερινής εξεταστικής. Της δικής της. Εκείνος είχε από καιρό αφήσει πίσω του οριστικά τα θρανία. Φόντο ένα βράδυ του Φλεβάρη που ο αέρας λυσσομανούσε, η βροχή έπεφτε με μανία πάνω στα τζάμια και αστραπές έσκιζαν τον ουρανό. Υποβλητική ατμόσφαιρα, έτσι δεν προστάζει κάθε ρομάντζο που σέβεται τον εαυτό του; Μαζί με τον θεό Έρωτα, που γιορτάζονταν απανταχού της υφηλίου εκείνη τη μέρα (πόση μυθιστορηματική λεπτομέρεια αυτή η ιστορία; Άντε μετά να πιστέψεις πως είναι αληθινή!), γεννήθηκε και ένας πραγματικός. Ο δικός της. Εκείνος είχε από καιρό αφήσει πίσω του οριστικά τα χτυποκάρδια. Προσκεκλημένοι και οι δυο στον ίδιο γάμο. Από την πλευρά του γαμπρού εκείνος, από την πλευρά της νύφης εκείνη. Κλασικά εικονογραφημένα δηλαδή και κλισέ απεριόριστα, μα ποιος είπε ότι ένας έρωτας για να είναι μεγάλος πρέπει να είναι πρωτότυπος; Θα μπορο

Στο συρτάρι [Αλίκη Κατσαρού]

Ο ουρανός είναι γκρι. Η καρδιά είναι κόκκινη. Η δική μου είναι ξεχασμένη στο συρτάρι του ξύλινου γραφείου, στον αριθμό 211 της οδού Τζουλιάνι στη Φλωρεντία. Ο αριθμός 211 είναι μια είσοδος από λευκή βελανιδιά, όμοια με του γραφείου. Σου άνοιγα από το θυροτηλέφωνο, ντριν ακουγόταν σε όλο το κτήριο και η κυρία Τζαγιόλο του δευτέρου είπε 'δώσε στο φίλο σου κλειδί, μη μας ξυπνάτε νυχτιάτικα'.  Πάνω στο γραφείο, νοικιασμένο κι αυτό μαζί με το ισόγειο δυάρι, απλώναμε τα σχέδια για την εργασία μας.  Μετά απλώναμε τους εαυτούς μας. Όχι πάντα με την ίδια σειρά. Η αλήθεια είναι ότι δεν είχαμε την ίδια ακριβώς εργασία μια που εσύ ήσουν ο βοηθός του καθηγητή μου, εγώ ήμουν η φοιτήτρια. Επίσης η αλήθεια είναι ότι εσύ είχες ξεκινήσει το γοργό σου βηματισμό στο κουλουάρ της επιτυχίας, την ώρα που εγώ κάπνιζα βαριά τσιγάρα και επισκεπτόμουν τα ιν βογκ μπαρ της πόλης. Δε θα τα επισκεπτόμουν σου είχα πει αν έμενες μαζί μου τις νύχτες. Αλλά εσύ έπρεπε να επιστρέφεις στο σπίτ

Ο λευκός σιδερένιος καλόγερος [Αλίκη Κατσαρού]

Στο χωλ του διαμερίσματός μας, αριστερά, στέκει ένας σιδερένιος, βαμμένος λευκός καλόγερος. Τον έφτιαξε ένας σιδηρουργός –λογοτέχνης μαζί με τον γιο μου. Ο γιος μου εργάστηκε για ένα καλοκαίρι στον σιδηρουργό-λογοτέχνη. Έτυχε να έχουν το ίδιο όνομα. Αρχίζει από Σ.  Σ1 ο σιδηρουργός-λογοτέχνης και Σ2 ο γιος μου. Αρίθμηση, βάσει ηλικίας. Τη χρονιά εκείνη, ο Σ2 κόντευε να τελειώσει το Δημοτικό και ο Σ1 ετοιμαζόταν να τελειώσει τη δουλειά. Οι δύο Σ συνεργάστηκαν πολύ αρμονικά και ως επισφράγιση της συνεργασίας τους ζήτησα να μου φτιάξουν τον λευκό σιδερένιο καλόγερο που στέκει στο χωλ του διαμερίσματός μας. Η χρονιά εκείνη ήταν η πρώτη χρονιά που οι γονείς του Σ2, δηλαδή ο πατέρας του και εγώ ζήσαμε χώρια. Η χρονιά εκείνη ήταν η πιο δύσκολη χρονιά για εμένα, για τον Σ2 και υποθέτω για την αδερφή του. Θα φαντάζεται κανείς πως βρεθήκαμε οι τρεις μας σε μεγάλη οικονομική δυσχέρεια και υποχρεώθηκα «να βάλω το παιδί», τον Σ1 «να μάθει τέχνη». Ομολογώ πως δεν υπήρχε κανένα τέτοιο πρόβ

Η κόκκινη τσάντα [Αφροδίτη Κουσουνή]

Η κόκκινη τσάντα Την κοιτώ που στέκει ανοιχτή και άδεια πάνω στον καναπέ. Από μακριά μοιάζει με έναν τεράστιο κόκκινο λεκέ πάνω στο μπεζ της ταπετσαρίας. Πλησιάζοντας γίνεται φανερό ότι το χρώμα έχει ξεθωριάσει, ενώ διακρίνονται γραμμές από στυλό, οι γραμμές της ζωής της, μπλε, όχι διάφανες σαν εκείνες τις χαραγμένες στις παλάμες, ύφασμα η δική της σάρκα, πολυκαιρισμένο πια. Ξεφτισμένοι οι σπασμένοι ιμάντες, δεμένοι πρόχειρα μεταξύ τους, απομεινάρι του τελευταίου ταξιδιού της, επιστροφή από πατρίδα σε πατρίδα. Την κοιτώ και θυμάμαι την πρώτη μας συνάντηση. Ή μάλλον, για να ακριβολογώ, αυτά που προηγήθηκαν της πρώτης μας συνάντησης. Σεπτέμβρης ήταν, θαμπός. Στοίβες γύρω μου φωτοτυπίες και βιβλία. Φοιτητικός πανικός στο ζενίθ, ασορτί με την μουνταμάρα του γερμανικού τοπίου, οι πενήντα αποχρώσεις του γκρι, όλες μαζί και διόλου ηδονικές, μοναδικό χρώμα του γκρινιάρη ουρανού. Σωροί τα πεσμένα φύλλα τριγύρω, κίτρινα και ξερά, να’ χει να μουσκεύει με δάκρυα το ξημέρωμα, θλιμμένο για τον

Ροζ [Αλίκη Κατσαρού]

Αυτό που μου έκανε μεγάλη εντύπωση ήταν ότι δεν έβγαζε το χέρι του από πάνω της. Είτε τύλιγε το μπράτσο της με την παλάμη του, είτε ακουμπούσε το μηρό της, και σε κάποιες στιγμές, κυρίως όταν της μιλούσε, έπιανε απαλά τον ώμο της. Τα τραπεζάκια ήταν απλωμένα στην τεχνητή χερσόνησο με μοναδικά κτίσματα ένα εκκλησάκι, το λιτό οίκημα με το καφέ του ισογείου που ανήκε στο Δήμο του νησιού και ένα μπαρ που φώτιζε τις καλοκαιρινές νύχτες μέχρι το ξημέρωμα. Οι δυο τους είχαν διαλέξει το τραπεζάκι το πιο κοντά στη θάλασσα, τόσο κοντά που κοιτώντας τους από κάποια απόσταση έλεγες πως επιπλέουν πάνω στο νερό. Τους πρόσεξα αμέσως, όχι γιατί ήταν παράξενοι ή διαφορετικοί αλλά γιατί ανήκαν στους ανθρώπους εκείνους που τραβούν την προσοχή μου και την περιέργειά μου σε βαθμό αδιακρισίας. Μου συμβαίνει αυτό μερικές φορές, με αγνώστους ανθρώπους, δικούς μας ή αλλοδαπούς, να με ενδιαφέρουν τόσο που να φαντάζομαι τη ζωή τους, το σπίτι τους, τις ιδιαίτερες στιγμές τους με μια φαντασία δική μου. Μια τ

ΥΠΟΘΕΣΗ UNESCO: Δέκα χαμένα χρόνια 2007 - 2017 [Αλίκη Κατσαρού]

Η επίσημη ιστορία λέει: Το 2007 η Παλιά Πόλη της Κέρκυρας εντάχθηκε στον Κατάλογο Μνημείων Παγκόσμιας Κληρονομιάς της UNESCO βάσει του κριτηρίου ( iv ): Το σύνολο του αστικού και λιμενικού συγκροτήματος της Κέρκυρας, με κυρίαρχες τις ενετικής προέλευσης οχυρώσεις του, αποτελεί ένα αρχιτεκτονικό δείγμα εξαιρετικής παγκόσμιας αξίας που διατηρεί τόσο την αυθεντικότητα, όσο και την ακεραιότητά του.  Η ανεπίσημη ιστορία λέει ότι κάποιοι άνθρωποι προσπάθησαν πολύ για το αποτέλεσμα της ένταξης: Οι επιστήμονες και το προσωπικό του Γραφείου Παλιάς Πόλης με επίπονη εργασία και στιβαρό έργο τουτέστιν Φάκελος περιλαμβάνων το Σχέδιο Διαχείρισης 2006 – 2012 και οι πολιτικοί παράγοντες με χρήση διπλωματικών σχέσεων. Κορυφαία των διπλωματικών  προσπαθειών υπήρξε η επίμονη και αποτελεσματική εργασία προς το σκοπό της ένταξης  του τότε Πρέσβη της Ελλάδας στην UNESCO , κ. Γιώργου Αναστασόπουλου που εξαιτίας οικογενειακών δεσμών και μεγάλης αγάπης για την Κέρκυρα επέμεινε και επέτυχε το ποθούμ

Οι αφ' υψηλού καταδίκες [Αλίκη Κατσαρού]

Μόλις διάβασα με προσοχή και έναν περίπου θαυμασμό μια συνέντευξη της Σώτης Τριανταφύλλου. Πολλά βιβλία της τα έχω λατρέψει. Την ίδια πολλές φορές την έχω “μισήσει”. Η συνέντευξή της με έβαλε ξανά στη δυσκολία των αμφιλεγόμενων  συναισθημάτων που τέτοιοι άνθρωποι προκαλούν. Έκλεισα το περιοδικό «Γυναίκα» που φιλοξενούσε τη συνέντευξη, και στάθηκα να κοιτώ απαθής τον τοίχο απέναντι από τον καναπέ μου. Δεξιά, το έπιπλο με τα ευρύχωρα συρτάρια εντός των οποίων κοιμούνται ήσυχα δυο τίτλοι σπουδών επαρχιακών πανεπιστημίων. Όλα τούτα  μέσα στο μετρίου μεγέθους επαρχιακό μου διαμέρισμα, στη μικρή μεγέθους επαρχιακή μου πόλη. Μέσα στο θρίαμβο της χρυσής μου μετριότητας, με τα μάτια καρφωμένα στον τοίχο, το ασυνείδητο εκείνο τμήμα του εγκεφάλου μου, το ανεξάρτητο από την ζώσα πραγματικότητα, ταξίδευε στο Παρίσι που η Σώτη βρίσκει πολύ πιο ενδιαφέρον από την Αθήνα, στα πάμπολλα πτυχία της, στα  χιλιάδες βιβλία που έχει διαβάσει και στα δεκάδες που η ίδια έχει γράψει, στον πανύψηλο δείκτη

Το Καλό, το Κακό και το Καθόλου Facebook [Αλίκη Κατσαρού]

Ας αρχίσουμε από τα άσχημα. Κι αυτά με τον τρόπο που τα αντιλαμβάνεται ένας 8 ετών χρήστης, εν προκειμένω εγώ, με θυμούς, παρεξηγήσεις, διαγραφή προφίλ, σύνδρομο στέρησης, καινούργιο προφίλ και ενίοτε σκέψεις για το αν θα κρατήσω κι αυτό το νέο προφίλ ή όχι. Το κακό Facebook (και από τούδε, όπου φβ ίσον Facebook ) είναι το φβ που κυριαρχεί στη σκέψη και στο θυμικό περισσότερο από την πραγματική ζωή. Η μεγάλη του αυτή ικανότητα  ανοίγει στους χρήστες μια συνομιλία με άτομα αμφιβόλου ποιότητας, τα οποία ενίοτε  αποδεικνύονται δευτερότριτα, πολλές φορές και μηδενικά. Το φβ επίσης ανοίγει μια κλειδαρότρυπα στη ζωή των χρηστών, από την οποία  όσο πιο αγαθοί είναι, τόσο μεγαλύτερη την αφήνουν να γίνεται στα αχόρταγα μάτια όσων ορέγονται σενάρια και ίντριγκες. Πολλοί χρήστες ποζάρουν στην κλειδαρότρυπα για να φαίνονται όπως θα ήθελαν να είναι αλλά η πολλή πόζα κρύβει πολύ ψέμα που στον φεισμπουκικό χρόνο –δηλαδή την ταχύτητα φωτός- το ψέμα ξερνάει αξιολύπητες αλήθειες. Το κακό φβ επίση

Είναι τόσο σημαντική η ευγένεια, ανόητε! [Αλίκη Κατσαρού]

Η εποχή των Δόγηδων έχει προ πολλού τελειώσει. Γι αυτό και οι Επτανήσιοι προύχοντες που μιμούνταν μετά μανίας τις ευγενικές συνήθειες των γειτόνων και κυριάρχων τους είναι πια ντεμοντέ. Επίσης οι βασιλείς δεν είναι πια εδώ, ευτυχώς, και τα παραχωρημένα κάποτε σε κείνους ακίνητα, απολαμβάνει ο λαός, ευτυχώς. Ακόμα, η Μεγάλη Βρετανία με τους κατοίκους φλεγματικής συμπεριφοράς και υποδειγματικών τρόπων πέφτει μακριά, πια δεν πάμε για βόλτα στο Λονδίνο, δυσκολευόμαστε, κρίμα. Τέλος,  η ψηφιακή επικοινωνία έχει κατακλύσει σε μεγάλο βαθμό τους τρόπους επικοινωνίας μεταξύ μας, αναδεικνύοντας την ταχύτητα, τη συντομία και σχεδόν τη στενογραφία σε νέο modus   vivendi . Όμως ανόητε κύριε και ανόητη κυρία, τίποτα από τα παραπάνω δεν θα έπρεπε να είναι ικανό να σας κάνει τόσο μα τόσο αγενή, εάν δεν ήσασταν απλώς ανόητος. Γιατί είναι αυτονόητο ότι ο έξυπνος άνθρωπος γνωρίζει πόσο έξυπνο εργαλείο ζωής είναι η ευγένεια. Σε σας μιλάω ανόητε, που στην καθημερινότητά σας ξεχνάτε την καλημέρ