Επειδή παλιά πάθαινα ασφυξία, και νόμιζα πως μου κόβεται η ανάσα, και κάθε που το νόμιζα ένα κομμάτι μου πέθαινε, γι’ αυτό αγαπώ τόσο τους δρόμους. Μια μέρα είδα ένα δρόμο και τον πήρα. Ήταν ένα φθινοπωριάτικο απομεσήμερο. Περίπου σαν σήμερα 25 του Σεπτέμβρη ας πούμε. Ήταν σ τενός, επικλινής και εχθρικός. Αλλά ήταν δρόμος και εκεί ανέπνεα. Και όσο ανέπνεα, τόσο ζωντάνευαν τα νεκρωμένα μου μέλη, με μικρές αδύναμες αναπνοές στην αρχή, λίγο καλύτερα όσο προχωρούσα. Κι όσο το οξυγόνο, όχι πάντα καθαρό, έμπαινε στο σώμα μου, τόσο το σώμα μου ξεμούδιαζε, μαζί και το μυαλό, όργανο και αυτό με αίμα, αγγεία, νεύρα, βιολογικά δηλαδή χαρακτηριστικά που χρειάζονται οπωσδήποτε οξυγόνο. Όλοι δεν ξέρουμε ότι αν ξεμείνει ο εγκέφαλος από οξυγόνο, ο άνθρωπος πεθαίνει; Ή μένει “χαζός”. Νομίζω ότι εγώ από την έλλειψη οξυγόνου, παλιά ήμουν λίγο πεθαμένη και λίγο χαζή. Γι’ αυτό συνέχισα να περπατάω εκείνον το δυσάρεστο δρόμο που όμως προοδευτικά με ζωντάνευε. Κι αυτό ήταν αρκετό για να συνεχί...
Τετράδιο σκέψεων