Το κουδούνισμα του τηλεφώνου τη βρήκε να λαγοκοιμάται δίπλα στο παράθυρο. Ήταν το αγαπημένο της σημείο όλου του σπιτιού. Η μπλε αναπαυτική μπερζέρα της. Η φωλιά στην οποία έμπαινε και χωνόταν άοπλη, άφηνε στα πόδια της κάθε έννοια και αφηνόταν στην υφασμάτινη αγκαλιά της. Την είχε βάλει να κοιτάζει προς τη θάλασσα, με αυτήν αναμετριόνταν οι σκέψεις της, μεγαλύτεροι από τα θεόρατα κύματα που έβλεπε τις άγριες μέρες οι λογισμοί της, παράδερνε πολλές φορές μαζί τους, αφηνόταν να την παρασύρουν όπου εκείνοι ήθελαν, ανήμπορη να τους αντισταθεί, μα ίσως και να μην το ήθελε, κατά βάθος. Το ντριν! ντριν! εξακολουθούσε αμείωτο, πάσχιζε να την επαναφέρει. Σαν φιλί της ζωής, ευγενική προσφορά της πραγματικότητας, της πανταχού παρούσας, ίσως και υπενθύμιση ότι από τον ιστό της δεν θα γλίτωνε εύκολα, ρόλοι ξεκαθαρισμένοι, το πάνω χέρι σταθερά δικό της, αμείλικτο. Αποφάσισε να μην το σηκώσει. Άλλωστε, ήξερε. Φωνή μελιστάλαχτη, με προσποιητά αληθινό ενδιαφέρον για την υγεία της, ένα άγνωστο...
Τετράδιο σκέψεων